Skip to content

ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ

 

Άγουρη κι ατί­θαση η νιό­φερτη άνοιξη,
γλι­στρούσε τη βια­σύνη της στην ακρο­πο­τα­μιά,
έρι­χνε τα μαλ­λιά της ξέπλεκα στ’ ανυ­πό­τα­χτα νερά
και το φεγ­γάρι νιο κι αδέ­σποτο να σκύ­βει και να βουτά,
μαντίλι κόκ­κινο στη νύχτα να βάφει και να κεντά.

Θρά­σευαν γύρω οι καη­μοί σε χολω­μένα νιάτα,
μάτω­ναν στή­θια οι στε­ναγ­μοί και κου­ρα­σμένα μάτια,
κρυφά να συναλ­λάσ­σε­ται η αρετή με την αμαρ­τία
και να ζυγιά­ζε­ται αδέ­κα­στη η ζωή,
μια στην επι­στροφή και μια στην προσδοκία.

Έσφι­ξαν τα χέρια τους και ψηλά­φι­σαν τη γη,
κύκλω­σαν ένα κομ­μάτι ανοι­χτό ουρανό
και με το σου­ραύλι της σιω­πής και το φλα­σκί του πόθου,
ξημέ­ρω­ναν τη ζωή ανα­τολή ‚πλημ­μύρα και σημάδι,
σαν τ’ όνειρο που ξέφευγε απ’ το βαθύ σκοτάδι.

Αφή­ναν στην άκρη τις καρ­διές κι οι λογι­σμοί στην κοίτη.
Γύμνω­ναν τα λόγια τους και με το φως τα ντύ­ναν,
να ’ναι οι μύθοι πιο ζεστοί και οι θεοί πιο ξένοι
στη σύναξη των αισθή­σεων ταπεινά να ομο­λο­γή­σουν
πως είναι αλή­θεια ο έρω­τας και λευ­τε­ριά ο χρόνος.

Creative Commons License
ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ by Γεώρ­γιος Αλε­ξαν­δρής is licensed under a Creative Commons Attribution 3.0 Unported License.
Based on a work at www.alexandris23.net.
Permissions beyond the scope of this license may be available at http://www.alexandris23.net.
Comment Feed

No Responses (yet)



Some HTML is OK

or, reply to this post via trackback.