Skip to content

ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΟΥ

ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΟΥ

Βγαί­νω στου Βέρ­νου τις κορ­φές, τις πευ­κο­στο­λι­σμέ­νες,
το Βέρ­μιο πιά­νω  από ψηλά σε μακρι­νές ραχού­λες
και στις κορ­φές στα έλα­τα βγαί­νω και αγνα­ντεύω,
τον κάμπο της πατρί­δας μου να δω της Θεσ­σα­λί­ας.
Αχόρ­τα­γα τα μάτια μου να δού­νε τα σπαρ­τά του,
βου­νά που στέ­κο­νται γερ­τά, ποτά­μια που κυλού­νε,
τις βρύ­σες που ανα­βρύ­ζου­νε στους ίσκιους απ’ τα δέντρα,
κλα­ριά που συντρο­φεύ­ου­νε τ’ αηδό­νια που λαλού­νε,
ιτιές πανώ­ριες λυγε­ρές των ποτα­μών νεράι­δες,
χωρά­φια που ποτί­ζο­νται, λιβά­δια ανθι­σμέ­να,
ζευ­γά­ρια που οργώ­νου­νε, κοπά­δια  που βοσκού­νε,
να θυμη­θώ τα νιά­τα μου την πρώ­τη δού­λε­ψή μου,
μικρό παι­δί σαν ήμου­να και έτρε­χα στα χωρά­φια,
στις καλα­μιές, στις μπο­στα­νιές, ξυπό­λη­τος στις λάσπες,
τα πρω­ι­νά σαν έβα­ζα τα βόδια στο αλέ­τρι,
στην κάψα του καλο­και­ριού που έτρε­χα ιδρω­μέ­νος,
κάτω σε λεύ­κες σκιε­ρές να δρο­σι­στώ λιγά­κι
και τα βρα­δά­κια που ‘τρε­χα μαζί με το φεγ­γά­ρι
σε ξένα αγρο­κτή­μα­τα σε καρ­πο­φό­ρα μέρη,
να κλέ­ψω καρ­πού­ζια μυστι­κά χωρίς κανείς να ξέρει,
και ρόδια και ξινό­μη­λα απ’ του  γεί­το­να τον μπα­χτσέ.
Να βγά­ζω γελά­δια στη βοσκή, τα πρό­βα­τα στη στά­νη,
τρο­βά στον ώμο για φαϊ, τη φτσέ­λα  για τη δίψα,
να’χω φλο­γέ­ρα συντρο­φιά τους πόθους μου να παί­ζω
και γύρω μου τα σκυ­λιά  κρυ­φές  φωνές να βγά­ζουν
για να μαντεύω τον και­ρό, τον ήλιο και το χιό­νι,
να ξέρω πώς θα  νύχτω­νε και πώς θα  ξημε­ρώ­νει.
Μέρες πολ­λές να περ­πα­τώ ψηλά στ’ Αη-Λιά τη ράχη,
ν’ ακούω τσα­κά­λια να βρυ­χούν και λύκους να ουρ­λιά­ζουν,
που­λά­κια που τρο­μά­ζου­νε μέσα στη φωλιά τους
και την καρ­διά μου να χτυ­πά στα στή­θια φοβι­σμέ­να,
να τρέ­μου­νε τα χέρια μου, τα πόδια να λυγί­ζουν,
να πιά­νω το κεφά­λι μου να ‘ρθώ στα συγκα­λά μου,
να τρέ­χω στους σκύ­λους αγκα­λιά, το θάρ­ρος να μη χάνω.
και με λαχτά­ρα να καρ­τε­ρώ πότε θα ξημε­ρώ­σει,
οι λύκοι να φύγουν να χαθούν, τσα­κά­λια να λου­φά­ξουν,
να βγει ο ήλιος λαμπε­ρός, τη νύχτα για να διώ­ξει,
να πάρω ύπνο ελα­φρύ και πάλι σαν νυχτώ­σει,
να πιά­σω  τη φλο­γέ­ρα μου με τ’ άστρα να φιλιώ­σω,
που­λιά να παν να κοι­μη­θούν, η πλά­ση να σωπά­σει
να πάρει λίγη ανα­σαι­μιά κι αυτή να ξαπο­στά­σει.
Να ‘χω και­ρό να κατε­βώ στο όμορ­φο  χωριό μου,
να ζω στον ήλιο, στη βρο­χή, πέρα στον Αη-Γιώρ­γη
και πάνω στον  Κοτσί­κο­βο μακριά χωρίς μαντά­τα,
οι κόρες να ζηλεύ­ου­νε να θέλουν να με δού­νε,
και γράμ­μα­τα να στέλ­νου­νε επά­νω να με βρού­νε.
Σε πανη­γύ­ρια και χαρές πάντα να κατε­βαί­νω
και το χορό να στή­νου­με οι καρ­δια­κοί οι φίλοι
και με πολύ­χρο­νο κρα­σί τα νιά­τα να γλε­ντά­με
κι όλο τον κόσμο του χωριού στο γλέ­ντι να καλού­με,
να νιώ­σου­νε τα θέλ­γη­τρα που ‘χει η ζωή στον κόσμο.
Ψηλά στου Γράμ­μου τις κορ­φές βγαί­νω και αγνα­ντεύω
τους ζευ­γο­λά­τες το πρωί που ζεύ­ου­νε και πάνε
χέρ­σους αγρούς να κάνου­νε, μπο­στά­νια να ποτί­σουν
και τη σοδειά του σιτα­ριού στ’ αμπά­ρια να σωρεύ­σουν.
Οι θημω­νιές καμα­ρω­τές να στέ­κο­νται στ’ αλώ­νια,
ακό­μη μια χρο­νιά να συνα­χθούν σιτά­ρια και κρι­θά­ρια,
να μην πει­νά­ει η φαμε­λιά μες στο βαρύ χει­μώ­να.
Οι στρά­τες γεμά­τες οδη­γούν στον Πήχτο, στον Κου­λιώ­νη
κι ο Παπα­στά­θης θέριε­ψε απ’ της αγρο­τιάς  τα χέρια,
που τα λευ­κό­φορ­τα και ανοι­χτά βαμπά­κια θα μαζέ­ψουν.
Στη Βού­λα άλλοι το τρα­βούν και άλλοι στο Παλιού­ρι,
στα κάρα άλλοι απα­νω­τοί και άλλοι πεζο­πό­ροι,
καρ­πούς να φέρου­νε πολ­λούς και κόπους να κερ­δί­σουν.
Μελισ­σο­λόι η εργα­τιά, στον κάμπο τώρα ζού­νε
και μήτε το ηλιό­κα­μα μήτε βρο­χή κι αγιά­ζι
δεν τους τρα­βά­ει απ’ τη δου­λειά και σπί­τι δεν τους διώ­χνει,
παρά πίνουν τον ιδρώ­τα τους, χορ­ταί­νου­νε το χώμα,
και σ’ αυτήν την άγια γη δου­λεύ­ου­νε ακό­μα.
Νιά­τα παρ­θε­νι­κά και χρό­νια περα­σμέ­να
σας πότι­σα σας τάι­σα στα μέρη εκεί­να εκεί
βυζά­ξα­τε το γάλα της κι ήπια­τε τη δρο­σιά της
χορ­τά­σα­τε το χώμα της, φιλή­σα­τε τη λάσπη
τον ήλιο αγα­πή­σα­τε, την ξέρα, το χαλά­ζι
και πάθος τώρα έγι­νε η πρώ­τη δού­λε­ψή σας.
Αχ και να ‘φτα­να εκεί σε περα­σμέ­να χρό­νια,
ιδρώ­τα να γλεί­ψω για νερό και χώμα για ψωμί μου
να νιώ­σω πάλι υστερ­νά σαν πρώ­τα παλ­λη­κά­ρι,
να κοι­μη­θώ στη χωρα­φιά, στη ζέστη, στο λιο­πύ­ρι,
να πότι­ζα τα σπλά­χνα μου με της ανά­βρας το νερό,
να έπαιρ­να τ’ αλέ­τρι μου τον  κάμπο να οργώ­σω
και να ‘σβη­να το πάθος μου στην αγκα­λιά της μάνας γης.
Παρα­με­ρά­τε, της Πίν­δου ρεμα­τιές, βου­νά και λόγ­γοι
να φύγω από τ’ από­κρη­μνα να φτά­σω στο χωριό μου, 
στην Μπά­για, με  τα πολ­λά νερά και  τα ψηλά πλα­τά­νια,
τον κάμπο της να ξανα­δώ σ’ εκεί­νον για να ζήσω.
Να φύγω από το κρύο του βοριά  και ζέστη να ρου­φή­ξω,
στην πρά­σι­νη απλω­σιά να πάω να περ­πα­τή­σω,
το χρυ­σο­φό­ρο χώμα της να τρέ­ξω να φιλή­σω
και στο γιορ­τά­σι της αγρο­τιάς να πάω να μεθύσω.

                                                                   Δεκέμ­βριος 1973

Creative Commons License
Αυτό­μα­το προ­σχέ­διο by Γεώρ­γιος Αλε­ξαν­δρής is licensed under a Creative Commons Attribution 4.0 International License.
Based on a work at www.alexandris23.net.
Permissions beyond the scope of this license may be available at http://www.alexandris23.net.