Skip to content

Στην Ασκληπιού

Με το λιό­γερ­μα, η Ασκλη­πιού έγι­νε μυρ­μη­γκό­στρα­τα. Αργό­σχο­λοι γρα­φιά­δες και υπάλ­λη­λοι, κοντό­θω­ροι έμπο­ροι και επαγ­γελ­μα­τί­ες που δια­τη­ρούν ακμαί­ες τις δυνά­μεις να λαστι­χά­ρο­νται μετα­ξύ δραχ­μής και χιλιά­ρι­κου, κατα­φερ­τζή­δες άνερ­γοι κι αβό­λευ­τοι εργά­τες, κομ­ψές κυρί­ες που δρο­μο­λο­γούν την αρχο­ντι­κή τους καθη­με­ρι­νό­τη­τα μετα­ξύ κου­ζί­νας και λαϊ­κής αγο­ράς μηρυ­κά­ζο­ντας την τσί­χλα, ανή­συ­χα κι άμα­θα νιά­τα που ταλαι­πω­ρού­νται και ξοδιά­ζο­νται μετέ­ω­ρα μες στα „κοι­νω­νι­κώς απο­δε­κτά” σαρά­βα­λα καλού­πια, νεα­ροί και νεα­ρές που αλλη­λο­ψά­χνο­νται στις παρό­δους διεμ­βο­λί­ζο­ντας την ηθι­κή των απέ­να­ντι ορό­φων και σαλ­πί­ζο­ντας το δικό τους συμ­βι­βα­σμό, δειγ­μα­το­λη­πτι­κά ψήγ­μα­τα κουλ­τού­ρας που πασα­λεί­βο­νται με τα περιο­δι­κά που κρέ­μο­νται με μαντα­λά­κι στα περί­πτε­ρα κι ανα­νε­ώ­νο­νται στις στή­λες των εφη­με­ρί­δων, τέντω­σαν ξιπα­σμέ­να τις κεραί­ες τους για να επι­κοι­νω­νή­σουν ακό­μη μια φορά στη λει­τουρ­γία των ανα­στε­ναγ­μών.

Κατα­φέρ­νουν σε πέντε μέτρα γης και φιδο­σέρ­νο­νται. Στρο­βι­λί­ζο­νται κι αλλη­λο­σμπρώ­χνο­νται στις στο­μω­μέ­νες άκρες της οδού που οριο­θέ­τη­σε η Τρο­χαία και μάντρω­σαν οι δια­φη­μι­στι­κές πινα­κί­δες, για υπη­ρε­σί­ες και   καπι­τα­λι­στι­κής εμβέ­λειας κατα­να­λω­τι­κά αγα­θά.

Χει­ρο­νο­μούν άρρυθ­μα για να ενι­σχύ­σουν τις φωνη­τι­κές τους χορ­δές, ζυγιά­ζο­νται και καθρε­φτί­ζο­νται στ’ αντι­χαι­ρε­τί­σμα­τα, στα χαμό­γε­λα και στους μορ­φα­σμούς.

Υπο­νο­ούν και εκμαιεύ­ουν συμπά­θειες κι εκτι­μή­σεις σ’ αυτά που δεν είδαν ούτε άκουσαν,υποθέτουν κι επι­βε­βαιώ­νουν έτσι για να δικαιο­λο­γούν, φτύ­νουν για να μη βρί­σουν ή από συνή­θεια για να λερώ­νουν τα παπού­τσια τους και ν’ αηδιά­ζουν  και παζα­ρεύ­ουν  ως  ειδή­μο­νες την πολι­τι­κή , τον πολι­τι­σμό, τη φτώ­χεια και τον έρω­τα.

Στις  καφε­τέ­ριες και πιτσα­ρί­ες, συμπιέ­ζε­ται το ελλη­νι­κό και παγκό­σμιο γυρο­λόι στις χάντρες του κομπο­λο­γιού που αργο­με­τρά σκε­πτι­κά ο μου­στα­κα­λής, χωμέ­νος καθώς είναι ως το λαι­μό στην πλα­στι­κή καρέ­κλα, εκεί γωνία Ασκλη­πιού και Καπο­δί­στρια λίγα μέτρα από τη Διοί­κη­ση Χωρο­φυ­λα­κής, ενώ ο φύλα­κας κόβο­ντας βόλ­τες για να παλέ­ψει την ορθο­στα­σία του υπε­ρο­πτι­κά αγνα­ντεύ­ει πόσους μπο­ρεί να ελέγ­χει.

Περιε­λίσ­σε­ται στο δάχτυ­λο του νεα­ρού μάγκα με το βαρύ και απλα­νές βλέμ­μα, όπως η αλυ­σί­δα που περι­φέ­ρει δια­γρά­φο­ντας κύκλους μπρος στη μύτη του, μπρο­στά στην κεντρι­κή είσο­δο του Δημαρ­χεί­ου, ενώ απέ­να­ντι οι αυθε­ντί­ες προ­δι­κά­ζουν τα τελι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα των εκλο­γών μετα­ξύ της συνει­δη­τής περι­χα­ρά­κω­σης της ταξι­κής στρω­μά­τω­σης και πάλης, του σοσια­λι­στι­κού μετα­σχη­μα­τι­σμού, της του εφι­κτού ανά­γκης και του ότι εφό­σον την ιστο­ρία τη δημιουρ­γούν  άνθρω­ποι, είναι κι αυτή κυκλο­θυ­μι­κή.

Το  κορί­τσι με την ηθι­κή βια­σύ­νη και το γλυ­κό βάθος στα μάτια, στην  τσά­ντα  με τα χαρ­το­μά­ντη­λα και τη θεία λει­τουρ­γία του Ιωάν­νου του Χρυ­σο­στό­μου, κου­βα­λού­σε τη σιγου­ριά των λυμέ­νων φυσι­κών και μετα­φυ­σι­κών προ­βλη­μά­των.

Ο εύσω­μος κύριος στο περί­πτε­ρο μ’ ορι­ζο­ντιω­μέ­νη στο κεφά­λι του την πινα­κί­δα  „πολού­ντε χαρ­το­σί­μα”  άφη­σε το ακου­στι­κό του τηλε­φώ­νου και δια­λά­λη­σε την ανδρι­κή του υπό­στα­ση στον άλλο που περί­με­νε  „άι στο διά­ο­λο βρε. Πήρα λάθος αριθ­μό”  κι η ποδο­σφαι­ρό­φι­λη ομή­γυ­ρη πιο δίπλα, γνω­μά­τευ­σε πως τελι­κά η γει­το­νι­κή ομά­δα είναι η μισή δική τους.

Ο σκύ­λος στα­μά­τη­σε στην πόρ­τα της Αγρο­τι­κής Τρά­πε­ζας και σήκω­σε το πόδι του την ώρα που ο χωρο­φύ­λα­κας κρα­τώ­ντας το μικρό από το χέρι τον ρωτού­σε πατρι­κά  „ξέρεις ποιος είναι ο μπα­μπάς σου”  αυτός κοι­τώ­ντας κάτω κι ο μικρός επά­νω.

Στους στύ­λους αγγελ­τή­ρια κηδειών και μνη­μο­σύ­νων, ανα­συ­ρό­με­νες μνή­μες από την προ­σμο­νή της λήθης,αφίσες που πετά­ρι­ζαν στο πρώ­το αερά­κι και δεν έλε­γαν να ξεκολ­λή­σουν κι οι ίσκιοι απ’ τα δέντρα να λικνί­ζο­νται αργό­συρ­τα πίσω από τα τζά­μια των βιτρι­νών.

Και τυμπά­νια­ζε τού­τη η βαβού­ρα με την ατσα­λά­κω­τη αυθά­δεια των εμπο­ρά­κων που  έκλει­ναν τα μαγα­ζιά, έχο­ντας επί­γνω­ση της αξί­ας του ήχου που κάνει το κλει­δί σαν τελι­κή ημε­ρή­σια πρά­ξη στον υπο­λο­γι­σμό του κέρ­δους.

Κορ­δω­νό­ταν στις φωτει­νές επιγραφές,τρύπωνε στις βιτρί­νες που νύσταζαν,ανασυντασσόταν στα ζαχα­ρο­πλα­στεία, κοι­λο­πο­νού­σε στα βιβλιο­πω­λεία  και ρου­φιά­νευε κάτω απ’ τις πλα­στι­κές σημαί­ες των κομ­μά­των.

Στα­φι­δια­σμέ­να πρό­σω­πα, ρου­φηγ­μέ­να και ξέθω­ρα μάτια που αλλοιθώριζαν,μαραμένα και ξέπνοα χεί­λια που δεν είχαν το κου­ρά­γιο να σαλέ­ψουν, ζωγρά­φι­ζαν στις πλά­κες και στην άσφαλ­το τις ισο­πε­δω­μέ­νες σκέ­ψεις τους κι άφη­ναν φτη­νούς συλ­λο­γι­σμούς γι’ ανί­χνευ­ση, δια­πί­στω­ση και εξι­σορ­ρό­πη­ση.

Ισο­πε­δω­μέ­νοι σε μια κατά προ­σέγ­γι­ση επι­κοι­νω­νία με κραυ­γές και νοή­μα­τα, αυτό­μο­λοι στο καβού­κι της παθη­τι­κό­τη­τας και αδρά­νειας. Η ανα­στε­νά­ρισ­σα Ασκλη­πιού βού­λια­ζε στη σιω­πή. Πολύ­βουη στον τελευ­ταίο της ρόγ­χο, κυνη­γη­μέ­νη σε μια ατέ­λειω­τη φυγή, κατα­δι­κα­σμέ­νη στην παραί­τη­ση, βυθι­σμέ­νη σε μια χαρα­κτη­ρι­στι­κή άπνοια. Ένας βυθός, ένα κενό, μια τρύ­πα.

Νιο­γέν­νη­το και χλω­μό το φεγ­γά­ρι σου­λα­τσά­ρι­σε πίσω απ’ την αντι­κρι­νή πολυ­κα­τοι­κία. Σκαρ­φά­λω­σε πιο πάνω, τρα­μπα­λί­στη­κε για λίγο στα σύν­νε­φα κι ύστε­ρα τρα­βή­χτη­κε από­με­ρα. Δεν πρό­λα­βε να του παρα­πο­νε­θεί. Δίστα­ζε. Η Ασκλη­πιού έχα­σκε άδεια.Όπως κι αυτός.

Άφη­σε τη βερά­ντα, μπή­κε μέσα κι έκλει­σε την πόρ­τα πίσω του όσο πιο αθό­ρυ­βα μπορούσε.Ένιωσε την ανά­γκη να κάνει μια παρα­χώ­ρη­ση στην αλα­ζο­νι­κή αυτή μικρό­πο­λη μην την τρο­μά­ξει στο μακά­ριο ύπνο της. Άνα­ψε το φως κι ήρθε και χώθη­κε στην καρέ­κλα. Κρέ­μα­σε τα χέρια του ξύλινα,γεφύρωσε το τρα­πέ­ζι με τα πόδια του κι έκλει­σε τα μάτια.Ψιθύρισε κάτι,σμπρώχνοντας γριές θύμη­σες που του ζητιά­νευαν αναπόληση,αναστέναξε να ξαλα­φρώ­σει το στή­θος του που τον βάραι­νε και φάνη­κε να ηρε­μεί. Κυμα­τού­σα θάλασ­σα κι από­ψε η μονα­ξιά του, τον έπνι­ξε στην αγκα­λιά της.Ατέλειωτος ο βυθός χωρίς αραξοβόλι.Να μπο­ρού­σε κάπου να πλευ­ρί­σει! Μετά­νιω­σε που φοβή­θη­κε κι ανα­κά­θη­σε από­το­μα ξεστο­μί­ζο­ντας ” δε θέλω λιμάνια.Δε θέλω τα λιμά­νια σας”!

Άρπα­ξε το πακέ­το με τα τσι­γά­ρα από το τρα­πέ­ζι, έβγα­λε ένα, το πέρα­σε στα ξερα­μέ­να του χεί­λια και πριν προ­λά­βει να τ’ ανά­ψει του τρά­βη­ξε την προ­σο­χή πάλι η πετα­λού­δα γύρω από τη λάμπα. Προ­κλη­τι­κή κι ακό­ρε­στη συνέ­χι­ζε γύρω της το δαι­μο­νι­σμέ­νο χορό του θανά­του. Γεμά­τη πόθο και πάθος, γεμά­τη έρω­τα να φτά­σει στον αιώ­νιο χορ­τα­σμό της ζωής. Εκεί που σμί­γου­νε οι δυο, τρα­γού­δι με τρα­γού­δι, χορό με χορό και γίνε­ται το σμί­ξι­μο αυτό ατέ­λειω­τη δίψα του ουρα­νού πάνω στη γη.

Έκθαμ­βος, κρε­μά­στη­κε απ΄τα φτε­ρά της που φάντα­ζαν δυο χέρια απλω­μέ­να να παλεύ­ουν απε­γνω­σμέ­να για να νική­σουν, δυο σπί­θες να πυρ­πο­λούν , δυο δοξά­ρια να υμνο­λο­γούν τη χαρά και το θρή­νο.

Που αδυ­σώ­πη­το γλω­σί­δι καμπά­νας σφυ­ρο­κο­πεί ανε­λέ­η­τα τα σπλά­χνα της και την κάνει να βρυχάται,να βογ­γά, να ξεψυ­χά και ν’ ανα­σταί­νε­ται στη δίνη των παλ­μών και των κραυ­γών. Εκστα­σιά­στη­κε μπρο­στά στο πρω­τό­φα­ντο τού­το πάθο­ςς της συντρι­βής, απαλ­λαγ­μέ­νη από υστε­ρί­ες και φόβους γεμά­τη από υπερ­γή­ι­νες δονή­σεις και μετου­σιώ­θη­κε στην κραυ­γή της.Τούτος ο χορός δεν ήταν πρό­σκλη­ση θανάτου.Ήτανη αιώ­νια πάλη, η τέλεια, η από­λυ­τη νίκη. Η ίδια η ζωή που ξαμο­λιέ­ται απ΄τις ταφό­πλα­κες και τα στε­νά, άπια­στος αγέ­ρας, για να νική­σει και να κουρ­σέ­ψει.
Και μέσα σε τού­το το μεθύ­σι που τον είχε συνε­πά­ρει ούρ­λια­ξε.

–Το φως, η ζωή και το πάθος. Η πρό­κλη­ση. Μόνο αυτή αγγί­ζει τη ζωή!

Υστε­ρα σιω­πή. Από­κρι­ση καμιά. Οι τοί­χοι βου­βοί και το δωμά­τιο στέ­νευε. Παι­χνι­διά­ρι­κες αόρα­τες σκιές ανα­μαλ­λιά­ζο­νταν μπρος στα μάτια του.Το ρολόι στο κομο­δί­νο του μετρού­σε το βύθι­σμα της μονα­ξιάς και της αγω­νί­ας, στον ίδιο πάντα ρυθ­μό, όπως κάθε βρά­δυ. Το τηλέ­φω­νο κου­λου­ρια­σμέ­νο στην άκρη χωρίς φωνή.

Το στή­θος του βαρύ. Μια πελώ­ρια πέτρα τον πλά­κω­νε, τον  συνέ­θλι­βε. Πνι­γό­ταν. Η απο­γο­ή­τευ­ση του βεβή­λω­νε μυα­λό και ψυχή. Η άβυσ­σος των σκέ­ψε­ων τον ρού­φη­ξε. Χάθη­κε στα ρωτή­μα­τα.

” Άνθρω­ποι και κοι­νω­νία” πρό­φε­ρε πικρο­γε­λώ­ντας. „Απλώ­νω τα χέρια μου και πού να σας πιά­σω, ανοί­γω τα μάτια μου και που να σας δω; Πού, πού”;
Ξάπλω­σε μπρού­μυ­τα στο πάτω­μα και άπλω­σε τα χέρια του ν’ αγκα­λιά­σει τη γη. Να πια­στεί. Δεν ήθε­λε ν’ απαλ­λα­χτεί, δεν ήθε­λε να λυτρω­θεί με το συμβιβασμό.Τους τόσους   φρά­χτες που του  έστη­σαν, όταν ήταν μικρό παιδί,που  τον νάρ­κω­ναν και του στά­λα­ζαν στις φλέ­βες φρού­δες ελπί­δες, όνει­ρα κι ατέ­λειω­το καρ­τέ­ρε­μα, ήθε­λε να τους πυρ­πο­λή­σει. Ν’ ανά­ψει φως, να δει τους ανθρώ­πους, να βρει τον εαυ­τό του,να πανη­γυ­ρί­σει τη ζωή. Να λευ­τε­ρω­θεί από τού­τα τα δεσμά να πετά­ξει χελι­δό­νι στο βορει­νό σημείο του ορί­ζο­ντα και να πάρει έστω  μία και μόνο ανά­σα. Ίσα  ίσα να προ­λά­βει να πει „ζω”.

–Σας λυπά­μαι που μπή­γε­τε τα δάχτυ­λά σας στα μάτια μου. Σας λυπά­μαι που με μάθα­τε ν’ ακούω τους ίδιους ήχους, που με κάνα­τε όμοιό σας για να μην θέλω ν’ αλλάξω.Τούτο το σύστη­μα που με τρα­βά  από το για­κά για να χαθώ στην αλλο­πρό­σαλ­λη και υδρο­κέ­φα­λη κοι­νω­νία που στή­σα­τε δεν το θέλω.Δεν θέλω να γίνω κίτρι­νο φύλ­λο στον ίσκιο της.

Οι μεγα­λο­στο­μί­ες και οι εκθειά­σεις των κίβδη­λων ιδε­ών και ιδα­νι­κών σας, είναι φτη­νά και άναρ­θρα λόγια. Η απο­κά­λυ­ψη της κενό­τη­τάς σας, σας φοβίζει.Δικαιολογείτε την παραί­τη­σή σας από την καθη­με­ρι­νή επα­νά­στα­ση με τον ανα­γκαίο συμ­βι­βα­σμό και δηλώ­νε­τε αδυ­να­μία. Είστε υπο­κρι­τές και σεμνό­τυ­φοι που φοβά­στε να δεί­ξε­τε τη γύμνια σας, γυμνούς έτσι καθώς σας έμα­θαν να βολεύ­ε­στε και να  πορεύεστε.Τρομάζετε στης ψυχής τα κρυ­φο­μι­λή­μα­τα, τα θάβε­τε με αλα­λαγ­μούς και συν­θή­μα­τα και τους συνο­δοι­πό­ρους σας τους φωτί­ζε­τε μπρο­στά­ρη­δες αρχη­γούς. Με ταπει­νώ­νε­τε όταν με μαθαί­νε­τε να σας μιμού­μαι, με σμπρώ­χνε­τε στο σκο­τά­δι όταν μ ε ανα­γκά­ζε­τε ν’ ανά­ψω απ’ το δικό σας φως, μου στε­ρεί­τε το πάθος όταν μ’ εκπαι­δεύ­ε­τε πότε και πώς ν’ ανη­συ­χώ, με κατα­πιέ­ζε­τε και δεν μ’ αφή­νε­τε να δεχτώ την πρό­κλη­ση της ζωής.Το ξέχει­λο στα πεζο­δρό­μια άγχος σας με στραγγίζει,τα ανα­δυό­με­να απ’ τις τσέ­πες  ορά­μα­τά σας με αηδιά­ζουν.

Μισώ την επι­τη­δευ­μέ­νη αναρ­ρί­χη­σή σας σε τάξεις, τίτλους και αξιώ­μα­τα.

Μισώ τις ακρο­βα­σί­ες σας πάνω στο ψωμί των πει­να­σμέ­νων, μισώ το ρού­φηγ­μα του ιδρώ­τα από λιο­κα­μέ­να πρό­σω­πα.
Αρνού­μαι τα στρόγ­γυ­λα τρα­πέ­ζια, που καλο­ταϊ­σμέ­να  στο­μά­χια κι αδειο­κού­δου­να κεφά­λια ξερ­νούν την πεί­να των νηστι­κών, αρνού­μαι τις στη­μέ­νες επα­να­στά­σεις που καρ­φι­τσώ­νουν „σήμα κατα­τε­θέν” στην Παγκό­σμια Εμπο­ρι­κή Τρά­πε­ζα της τύχης των λαών, αρνού­μαι την ειρή­νη που προ­στα­τεύ­ουν στο στό­χα­στρο του τεντω­μέ­νου όπλου.

Αρνού­μαι τα σχο­λεία σας που με αφή­νουν άλα­λο, με ποδη­γε­τούν και με κατευ­θύ­νουν δορυ­φό­ρο στον πλα­νή­τη των συμ­φε­ρό­ντων σας , αρνού­μαι τις εκκλη­σί­ες σας που στο­μώ­νουν τη ψυχή μου και αδειά­ζουν το μυα­λό μου, αρνού­μαι τα γρα­φεία που με συν­θλί­βουν , αρνού­μαι τα σχέ­δια και τις προ­τά­σεις που με απο­προ­σα­να­το­λί­ζουν και με καθη­λώ­νουν.

Δικαιού­μαι ν’ αρνη­θώ την προ­στα­σία και τη φιλία σας για­τί αμφι­σβη­τώ τις συνή­θειες και τις σχέ­σεις σας.

Δικαιού­μαι ν’ αρνη­θώ την κοι­νω­νι­κό­τη­τά σας, για­τί αμφι­σβη­τώ τις προ­θέ­σεις σας .Δεν αμφι­βάλ­λω για το απο­τέ­λε­σμα της κοι­νω­νι­κής μου έντα­ξης.

Αυτός ο πέπλος θα είναι της ψυχής μου ο μαρα­σμός.

Η ανά­πη­ρη κοι­νω­νία σας δεν μ’ αρέ­σει και αρνού­μαι να γίνω δικός σας για­τί είμαι δικός μου.

Ένιω­σε πως πια το αδη­φά­γο εκεί­νο μάτι, στα­μά­τη­σε να τον βλέ­πει. Το κουρ­δι­σμέ­νο λαρύγ­γι από­κα­με να τον συμ­βου­λεύ­ει και κεί­νο το δάχτυ­λο που σαν κάν­νη τον σημά­δευε δεν πρέ­πει να βρή­κε το στό­χο του κι αυτός γλί­στρη­σε έξω. Γύρι­σε και κοί­τα­ξε στη λάμπα. Η πετα­λού­δα πεσμέ­νη δίπλα του νεκρή. Δεν τρό­μα­ξε. Θα ήταν ιεροσυλία.Την πήρε στην παλά­μη του και φτε­ρού­γι­σε  στο δικό του ανή­φο­ρο. Γύρω από το φως. Οι κύκλοι στέ­νευαν. Ακου­μπού­σε στο ζεστό γυα­λί. Μαχό­ταν ν’ ανα­πνεύ­σει. Μαχό­ταν να δει. ‘Ηθε­λε ν’ αρνη­θεί, ν’ απαλ­λα­χτεί, για να νική­σει. Για να σωθεί.

–Δεν θέλω να μαρα­θώ σε τού­τα τα μονο­πά­τια! Για­τί να πια­στώ σ’ αυτό το δίχτυ;

Σηκώ­θη­κε και βγή­κε στη βεράντα.Χάραζε.Ψιλόβρεχε μονό­το­να, λυπη­τε­ρά κι οι στά­λες κρυ­φός καη­μός στην ψυχή του. Κρύο αγέ­ρι έγλει­ψε το πρό­σω­πό του κι ανέ­μι­σε τα μαλ­λιά του. Έβα­λε το στή­θος του στα κάγκε­λα και κρέ­μα­σε το κεφά­λι του στο κενό. Ρού­φη­ξε ακό­μα μια φορά το τσι­γά­ρο κι ύστε­ρα τ΄άφησε να πέσει. Είδε την πορεία του. Ακανόνιστη,τρελή, αθό­ρυ­βη. Κάτω από το λιγού­στρο που κρύ­ω­νε.

–Όπως το τσι­γά­ρο. Σε λιγό­τε­ρο χρό­νο. Μόνο που εμέ­να δεν θα με πατή­σουν. Θα με μαζέ­ψουν. Γύρω μου ίσως προ­λά­βουν οι περί­ερ­γοι να με απο­κα­λύ­ψουν. Θα γρά­ψουν και οι εφη­με­ρί­δες. Νεα­ρός αυτο­κτό­νη­σε. Ακί­νη­τος μέσα στο φέρε­τρο. Τα χέρια σταυ­ρω­μέ­να, κλει­στά τα μάτια και λου­λού­δια. Πολ­λά λου­λού­δια. Μια απ’ τις τρε­λές κι απί­θα­νες συνή­θειες να πάνε τα λου­λού­δια στους τάφους. Κλά­μα, θρή­νος κι η μάνα μου να μαλλιοτραβιέται.Ύστερα χώμα, χώμα, χώμα. Πάει κι αυτός! Τι τα θες , αυτά έχει η ζωή! Ύστε­ρα η λησμο­νιά. Η άρνη­ση. Θέλει δύνα­μη να μη θυμά­σαι. Η άρνη­ση της μνή­μης ! Θα προ­λά­βω όμως ν’ αρνη­θώ! Όχι δεν θα γρά­ψω τίπο­τε. Εντε­λώς τίποτε.Για να δικαιο­λο­γη­θού­με κι εγώ κι αυτοί; Οι εξη­γή­σεις τον κάνουν μισό το θάνα­το. Τη ζωή; Ποιος ξέρει. Δεν το βρή­κα.  Δεν θα το μάθω. Όλα τίπο­τα.

Αφέ­θη­κε και σωριά­στη­κε στη γωνία.Ήρεμος, αποφασισμένος.Έχωσε το κεφά­λι στα γόνα­τά του.Πιο πέρα από τού­το το κατώ­φλι δεν υπήρ­χε τίπο­τα. Αφου­γκρά­στη­κε. Σαν να άκου­σε γέλια στο βάθος. Μέσα από τα κάγκε­λα είδε την Ασκλη­πιού έρημη.Έκλεισε τα μάτια του να τη δει στο σού­ρου­πο. Κι όταν ήρθαν  οι πρώ­τες μορ­φές-πράγ­μα παρά­ξε­νο-γαλή­νιες, πρό­σχα­ρες, κου­δού­νι­σε το τηλέ­φω­νο. Δυο, τρεις, πολ­λές φορές,πότε παρα­κα­λε­στι­κά πότε  δια­τά­ζο­ντας. Ασυ­ναί­σθη­τα σηκώ­θη­κε, προ­χώ­ρη­σε, έφτα­σε στην άκρη του δωματίου,γονάτισε και σήκω­σε το ακου­στι­κό. Κανέ­νας δεν αλύ­χτι­σε, κανέ­νας δεν γκρί­νια­ξε. Περί­με­νε. Λίγες μόνο στιγ­μές ίσα ίσα να πιά­σει την αρχή.΄Ισα ν’ αρχί­σει η τελε­τή της λιτα­νεί­ας.
Ν’ αφε­θεί στον πειρασμό.Και άκου­σε!

–Νιώ­θω μόνη. Είμαι μόνη. Ένα ψυχρό αναί­σθη­το δωμά­τιο όλος μου ο χώρος, όλη μου η ζωή. Πονώ. Θέλω να κλά­ψω και φοβά­μαι. Παλεύω για να κρατηθώ.Ψάχνω λίγο φως. Μια σχι­σμή. Θέλω ν’ ανα­πνεύ­σω και δεν μπο­ρώ. Τού­το το ολο­νύ­κτιο πανη­γύ­ρι με την απελ­πι­σία και τη μονα­ξιά με κατα­βρο­χθί­ζει και παρα­δί­νο­μαι γυμνή στην απέ­ρα­ντη ερη­μιά. Φοβά­μαι τους ανθρώ­πους. Τους μιλώ και δεν κατα­λα­βαί­νουν. Τους παρα­κα­λώ κι αυτοί με διώ­χνουν. Παρα­μι­λώ κι αυτοί αδιαφορούν.Ψάχνω στον εαυ­τό μου.Τίποτα. Πώς κλεί­στη­κα σ’ αυτή τη φυλα­κή; Ποιος μ’ έσμπρω­ξε; Πες μου, πες μου κάτι.

–Στα λασπω­μέ­να πεζού­λια μόνο νεκρά φύλ­λα πέφτουν. Ξέρεις εκεί­νος ο στρα­τιώ­της στη σκο­πιά του που δεν πρό­λα­βε να γρά­ψει τίπο­τα, δεν μετά­νιω­σε.

–Δε θέλω τη νίκη.Τη φοβάμαι.Δε θέλω να κλεί­σω το χρό­νο σε μια στιγ­μή. Δε θέλω όλη μου η ζωή
ν’ αστρά­ψει μόνο για μια στιγ­μή στα μάτια μου. Θέλω να νικη­θώ. Να  μετα­νιώ­σω. Να προ­λά­βω το φως.

–Το φως;

–Σε βλέ­πω κάθε βρά­δυ που το ψάχνεις. Το καρ­τε­ρείς.  Βοή­θη­σέ με.  Σε ποιο παρά­θυ­ρο να στα­θώ;

–Όλα είναι μάταια. Κυνη­γά­με χίμαι­ρες. Ο δικός μας κόσμος δεν έχει υφά­δι εδώ. Προ­χτές έφτυ­σα δυνα­τά να σημα­δέ­ψω έξω από τη γη. Μια τελευ­ταία προ­σπά­θεια. Δεν τα κατά­φε­ρα. Παραι­τού­μαι.

–Τη νίκη σου την ξέρω.Την βλέ­πω και την ακούω από χίλιες γωνιές.  Μυστι­κό κάλε­σμα της ψυχής μου. Μου απλώ­νει τα χέρια να στή­σου­με το χορό του γάμου. Εδώ μέσα στην Ασκλη­πιού και πάνω από το κορ­μί μου ανθρώ­πι­να κεφά­λια να μου φτιά­χνουν το νυφιά­τι­κο στε­φά­νι. Κι ύστε­ρα;

-Δε χωρά­ει μοι­ρα­σιά στη νίκη. Δεν είναι λάφυ­ρο. Είναι εντε­λώς δική σου και η απλη­στία τους δεν φτά­νει να την αλλά­ξει. Η Ασκλη­πιού, έτσι γυμνο­σά­λια­γκας που σέρ­νε­ται…

–Κατέ­βα και δώσε της πόδια, πρό­σω­πο, πνοή. Τον τάφο μου δεν θα τον μοι­ρα­στώ. Τη ζωή μου θέλω να σκορ­πί­σω. Να γεμί­σω άδειες χού­φτες, να φυτέ­ψω γέλια,  να δρο­σί­σω καρ­διές. Για να πω πως πέθα­να από ζωή. Η νύχτα μου βυζαί­νει το αίμα. Σκιά­χτρο και φάντα­σμα που με τρο­μά­ζει. Θέλω τη μέρα, τον ήλιο, τους ανθρώ­πους, τα σφιγ­μέ­να χέρια, τον έρω­τα. Είμαι η πρό­κλη­ση, ο ανοι­χτός τάφος, η νίκη, εσύ,  εγώ, όλος ο κόσμος,  ο χορός,  το τρα­γού­δι, τα λου­λού­δια!

Στο  ακου­στι­κό συνε­χι­ζό­ταν  το σφύ­ριγ­μα της κλει­στής γραμ­μής όπως όταν το σήκω­σε. Ανατρίχιασε.Όλη του η πεθυ­μιά, όλη του η λαχτά­ρα δεμέ­νη κόμπο στο πρώ­το και ύστε­ρο φιλί. Το παρά­τη­σε και βγή­κε τρέ­χο­ντας στη βερά­ντα. Ανά­με­σα απ’ τα σύν­νε­φα, δυο μέτρα μπόι ο ήλιος κι όλο τεντω­νό­ταν, κι όλο σκαρ­φά­λω­νε. Η Ασκλη­πιού λου­σμέ­νη  στ’ αντι­φέγ­γι­σμα. Η ζωή γορ­γα­νά­σαι­νε. Πάλευε να κρα­τη­θεί. Μέχρι το σού­ρου­πο. Μέχρι αύριο. Μέχρι…

Από μια σχι­σμή γλί­στρη­σε το γέλιο στην ψυχή του κι έτρε­ξε να δώσει ένα χέρι κι αυτός.

Creative Commons License
Στην Ασκλη­πιού by Γεώρ­γιος Αλε­ξαν­δρής is licensed under a Creative Commons Attribution 3.0 Unported License.
Based on a work at www.alexandris23.net.
Permissions beyond the scope of this license may be available at http://www.alexandris23.net.
Comment Feed

No Responses (yet)



Some HTML is OK

or, reply to this post via trackback.