Skip to content

Στην Ασκληπιού

Με το λιό­γερμα, η Ασκλη­πιού έγινε μυρ­μη­γκό­στρατα. Αργό­σχο­λοι γρα­φιά­δες και υπάλ­λη­λοι, κοντό­θω­ροι έμπο­ροι και επαγ­γελ­μα­τίες που δια­τη­ρούν ακμαίες τις δυνά­μεις να λαστι­χά­ρο­νται μεταξύ δραχ­μής και χιλιά­ρι­κου, κατα­φερ­τζή­δες άνερ­γοι κι αβό­λευ­τοι εργά­τες, κομ­ψές κυρίες που δρο­μο­λο­γούν την αρχο­ντική τους καθη­με­ρι­νό­τητα μεταξύ κου­ζί­νας και λαϊ­κής αγο­ράς μηρυ­κά­ζο­ντας την τσί­χλα, ανή­συχα κι άμαθα νιάτα που ταλαι­πω­ρού­νται και ξοδιά­ζο­νται μετέ­ωρα μες στα „κοι­νω­νι­κώς απο­δε­κτά” σαρά­βαλα καλού­πια, νεα­ροί και νεα­ρές που αλλη­λο­ψά­χνο­νται στις παρό­δους διεμ­βο­λί­ζο­ντας την ηθική των απέ­να­ντι ορό­φων και σαλ­πί­ζο­ντας το δικό τους συμ­βι­βα­σμό, δειγ­μα­το­λη­πτικά ψήγ­ματα κουλ­τού­ρας που πασα­λεί­βο­νται με τα περιο­δικά που κρέ­μο­νται με μαντα­λάκι στα περί­πτερα κι ανα­νε­ώ­νο­νται στις στή­λες των εφη­με­ρί­δων, τέντω­σαν ξιπα­σμένα τις κεραίες τους για να επι­κοι­νω­νή­σουν ακόμη μια φορά στη λει­τουρ­γία των αναστεναγμών.

Κατα­φέρ­νουν σε πέντε μέτρα γης και φιδο­σέρ­νο­νται. Στρο­βι­λί­ζο­νται κι αλλη­λο­σμπρώ­χνο­νται στις στο­μω­μέ­νες άκρες της οδού που οριο­θέ­τησε η Τρο­χαία και μάντρω­σαν οι δια­φη­μι­στι­κές πινα­κί­δες, για υπη­ρε­σίες και   καπι­τα­λι­στι­κής εμβέ­λειας κατα­να­λω­τικά αγαθά.

Χει­ρο­νο­μούν άρρυθμα για να ενι­σχύ­σουν τις φωνη­τι­κές τους χορ­δές, ζυγιά­ζο­νται και καθρε­φτί­ζο­νται στ’ αντι­χαι­ρε­τί­σματα, στα χαμό­γελα και στους μορφασμούς.

Υπο­νο­ούν και εκμαιεύ­ουν συμπά­θειες κι εκτι­μή­σεις σ’ αυτά που δεν είδαν ούτε άκουσαν,υποθέτουν κι επι­βε­βαιώ­νουν έτσι για να δικαιο­λο­γούν, φτύ­νουν για να μη βρί­σουν ή από συνή­θεια για να λερώ­νουν τα παπού­τσια τους και ν’ αηδιά­ζουν  και παζα­ρεύ­ουν  ως  ειδή­μο­νες την πολι­τική , τον πολι­τι­σμό, τη φτώ­χεια και τον έρωτα.

Στις  καφε­τέ­ριες και πιτσα­ρίες, συμπιέ­ζε­ται το ελλη­νικό και παγκό­σμιο γυρο­λόι στις χάντρες του κομπο­λο­γιού που αργο­με­τρά σκε­πτικά ο μου­στα­κα­λής, χωμέ­νος καθώς είναι ως το λαιμό στην πλα­στική καρέ­κλα, εκεί γωνία Ασκλη­πιού και Καπο­δί­στρια λίγα μέτρα από τη Διοί­κηση Χωρο­φυ­λα­κής, ενώ ο φύλα­κας κόβο­ντας βόλ­τες για να παλέ­ψει την ορθο­στα­σία του υπε­ρο­πτικά αγνα­ντεύει πόσους μπο­ρεί να ελέγχει.

Περιε­λίσ­σε­ται στο δάχτυλο του νεα­ρού μάγκα με το βαρύ και απλα­νές βλέμμα, όπως η αλυ­σίδα που περι­φέ­ρει δια­γρά­φο­ντας κύκλους μπρος στη μύτη του, μπρο­στά στην κεντρική είσοδο του Δημαρ­χείου, ενώ απέ­να­ντι οι αυθε­ντίες προ­δι­κά­ζουν τα τελικά απο­τε­λέ­σματα των εκλο­γών μεταξύ της συνει­δη­τής περι­χα­ρά­κω­σης της ταξι­κής στρω­μά­τω­σης και πάλης, του σοσια­λι­στι­κού μετα­σχη­μα­τι­σμού, της του εφι­κτού ανά­γκης και του ότι εφό­σον την ιστο­ρία τη δημιουρ­γούν  άνθρω­ποι, είναι κι αυτή κυκλοθυμική.

Το  κορί­τσι με την ηθική βια­σύνη και το γλυκό βάθος στα μάτια, στην  τσά­ντα  με τα χαρ­το­μά­ντηλα και τη θεία λει­τουρ­γία του Ιωάν­νου του Χρυ­σο­στό­μου, κου­βα­λούσε τη σιγου­ριά των λυμέ­νων φυσι­κών και μετα­φυ­σι­κών προβλημάτων.

Ο εύσω­μος κύριος στο περί­πτερο μ’ ορι­ζο­ντιω­μένη στο κεφάλι του την πινα­κίδα  „πολού­ντε χαρ­το­σίμα”  άφησε το ακου­στικό του τηλε­φώ­νου και δια­λά­λησε την ανδρική του υπό­σταση στον άλλο που περί­μενε  „άι στο διά­ολο βρε. Πήρα λάθος αριθμό”  κι η ποδο­σφαι­ρό­φιλη ομή­γυρη πιο δίπλα, γνω­μά­τευσε πως τελικά η γει­το­νική ομάδα είναι η μισή δική τους.

Ο σκύ­λος στα­μά­τησε στην πόρτα της Αγρο­τι­κής Τρά­πε­ζας και σήκωσε το πόδι του την ώρα που ο χωρο­φύ­λα­κας κρα­τώ­ντας το μικρό από το χέρι τον ρωτούσε πατρικά  „ξέρεις ποιος είναι ο μπα­μπάς σου”  αυτός κοι­τώ­ντας κάτω κι ο μικρός επάνω.

Στους στύ­λους αγγελ­τή­ρια κηδειών και μνη­μο­σύ­νων, ανα­συ­ρό­με­νες μνή­μες από την προ­σμονή της λήθης,αφίσες που πετά­ρι­ζαν στο πρώτο αεράκι και δεν έλε­γαν να ξεκολ­λή­σουν κι οι ίσκιοι απ’ τα δέντρα να λικνί­ζο­νται αργό­συρτα πίσω από τα τζά­μια των βιτρινών.

Και τυμπά­νιαζε τούτη η βαβούρα με την ατσα­λά­κωτη αυθά­δεια των εμπο­ρά­κων που  έκλει­ναν τα μαγα­ζιά, έχο­ντας επί­γνωση της αξίας του ήχου που κάνει το κλειδί σαν τελική ημε­ρή­σια πράξη στον υπο­λο­γι­σμό του κέρδους.

Κορ­δω­νό­ταν στις φωτει­νές επιγραφές,τρύπωνε στις βιτρί­νες που νύσταζαν,ανασυντασσόταν στα ζαχα­ρο­πλα­στεία, κοι­λο­πο­νούσε στα βιβλιο­πω­λεία  και ρου­φιά­νευε κάτω απ’ τις πλα­στι­κές σημαίες των κομμάτων.

Στα­φι­δια­σμένα πρό­σωπα, ρου­φηγ­μένα και ξέθωρα μάτια που αλλοιθώριζαν,μαραμένα και ξέπνοα χεί­λια που δεν είχαν το κου­ρά­γιο να σαλέ­ψουν, ζωγρά­φι­ζαν στις πλά­κες και στην άσφαλτο τις ισο­πε­δω­μέ­νες σκέ­ψεις τους κι άφη­ναν φτη­νούς συλ­λο­γι­σμούς γι’ ανί­χνευση, δια­πί­στωση και εξισορρόπηση.

Ισο­πε­δω­μέ­νοι σε μια κατά προ­σέγ­γιση επι­κοι­νω­νία με κραυ­γές και νοή­ματα, αυτό­μο­λοι στο καβούκι της παθη­τι­κό­τη­τας και αδρά­νειας. Η ανα­στε­νά­ρισσα Ασκλη­πιού βού­λιαζε στη σιωπή. Πολύ­βουη στον τελευ­ταίο της ρόγχο, κυνη­γη­μένη σε μια ατέ­λειωτη φυγή, κατα­δι­κα­σμένη στην παραί­τηση, βυθι­σμένη σε μια χαρα­κτη­ρι­στική άπνοια. Ένας βυθός, ένα κενό, μια τρύπα.

Νιο­γέν­νητο και χλωμό το φεγ­γάρι σου­λα­τσά­ρισε πίσω απ’ την αντι­κρινή πολυ­κα­τοι­κία. Σκαρ­φά­λωσε πιο πάνω, τρα­μπα­λί­στηκε για λίγο στα σύν­νεφα κι ύστερα τρα­βή­χτηκε από­μερα. Δεν πρό­λαβε να του παρα­πο­νε­θεί. Δίσταζε. Η Ασκλη­πιού έχα­σκε άδεια.Όπως κι αυτός.

Άφησε τη βερά­ντα, μπήκε μέσα κι έκλεισε την πόρτα πίσω του όσο πιο αθό­ρυβα μπορούσε.Ένιωσε την ανά­γκη να κάνει μια παρα­χώ­ρηση στην αλα­ζο­νική αυτή μικρό­πολη μην την τρο­μά­ξει στο μακά­ριο ύπνο της. Άναψε το φως κι ήρθε και χώθηκε στην καρέ­κλα. Κρέ­μασε τα χέρια του ξύλινα,γεφύρωσε το τρα­πέζι με τα πόδια του κι έκλεισε τα μάτια.Ψιθύρισε κάτι,σμπρώχνοντας γριές θύμη­σες που του ζητιά­νευαν αναπόληση,αναστέναξε να ξαλα­φρώ­σει το στή­θος του που τον βάραινε και φάνηκε να ηρε­μεί. Κυμα­τούσα θάλασσα κι απόψε η μονα­ξιά του, τον έπνιξε στην αγκα­λιά της.Ατέλειωτος ο βυθός χωρίς αραξοβόλι.Να μπο­ρούσε κάπου να πλευ­ρί­σει! Μετά­νιωσε που φοβή­θηκε κι ανα­κά­θησε από­τομα ξεστο­μί­ζο­ντας ” δε θέλω λιμάνια.Δε θέλω τα λιμά­νια σας”!

Άρπαξε το πακέτο με τα τσι­γάρα από το τρα­πέζι, έβγαλε ένα, το πέρασε στα ξερα­μένα του χεί­λια και πριν προ­λά­βει να τ’ ανά­ψει του τρά­βηξε την προ­σοχή πάλι η πετα­λούδα γύρω από τη λάμπα. Προ­κλη­τική κι ακό­ρε­στη συνέ­χιζε γύρω της το δαι­μο­νι­σμένο χορό του θανά­του. Γεμάτη πόθο και πάθος, γεμάτη έρωτα να φτά­σει στον αιώ­νιο χορ­τα­σμό της ζωής. Εκεί που σμί­γουνε οι δυο, τρα­γούδι με τρα­γούδι, χορό με χορό και γίνε­ται το σμί­ξιμο αυτό ατέ­λειωτη δίψα του ουρα­νού πάνω στη γη.

Έκθαμ­βος, κρε­μά­στηκε απ΄τα φτερά της που φάντα­ζαν δυο χέρια απλω­μένα να παλεύ­ουν απε­γνω­σμένα για να νική­σουν, δυο σπί­θες να πυρ­πο­λούν , δυο δοξά­ρια να υμνο­λο­γούν τη χαρά και το θρήνο.

Που αδυ­σώ­πητο γλω­σίδι καμπά­νας σφυ­ρο­κο­πεί ανε­λέ­ητα τα σπλά­χνα της και την κάνει να βρυχάται,να βογγά, να ξεψυχά και ν’ ανα­σταί­νε­ται στη δίνη των παλ­μών και των κραυ­γών. Εκστα­σιά­στηκε μπρο­στά στο πρω­τό­φα­ντο τούτο πάθοςς της συντρι­βής, απαλ­λαγ­μένη από υστε­ρίες και φόβους γεμάτη από υπερ­γή­ι­νες δονή­σεις και μετου­σιώ­θηκε στην κραυγή της.Τούτος ο χορός δεν ήταν πρό­σκληση θανάτου.Ήτανη αιώ­νια πάλη, η τέλεια, η από­λυτη νίκη. Η ίδια η ζωή που ξαμο­λιέ­ται απ΄τις ταφό­πλα­κες και τα στενά, άπια­στος αγέ­ρας, για να νική­σει και να κουρ­σέ­ψει.
Και μέσα σε τούτο το μεθύσι που τον είχε συνε­πά­ρει ούρλιαξε.

–Το φως, η ζωή και το πάθος. Η πρό­κληση. Μόνο αυτή αγγί­ζει τη ζωή!

Υστερα σιωπή. Από­κριση καμιά. Οι τοί­χοι βου­βοί και το δωμά­τιο στέ­νευε. Παι­χνι­διά­ρι­κες αόρα­τες σκιές ανα­μαλ­λιά­ζο­νταν μπρος στα μάτια του.Το ρολόι στο κομο­δίνο του μετρούσε το βύθι­σμα της μονα­ξιάς και της αγω­νίας, στον ίδιο πάντα ρυθμό, όπως κάθε βράδυ. Το τηλέ­φωνο κου­λου­ρια­σμένο στην άκρη χωρίς φωνή.

Το στή­θος του βαρύ. Μια πελώ­ρια πέτρα τον πλά­κωνε, τον  συνέ­θλιβε. Πνι­γό­ταν. Η απο­γο­ή­τευση του βεβή­λωνε μυαλό και ψυχή. Η άβυσ­σος των σκέ­ψεων τον ρού­φηξε. Χάθηκε στα ρωτήματα.

” Άνθρω­ποι και κοι­νω­νία” πρό­φερε πικρο­γε­λώ­ντας. „Απλώνω τα χέρια μου και πού να σας πιάσω, ανοίγω τα μάτια μου και που να σας δω; Πού, πού”;
Ξάπλωσε μπρού­μυτα στο πάτωμα και άπλωσε τα χέρια του ν’ αγκα­λιά­σει τη γη. Να πια­στεί. Δεν ήθελε ν’ απαλ­λα­χτεί, δεν ήθελε να λυτρω­θεί με το συμβιβασμό.Τους τόσους   φρά­χτες που του  έστη­σαν, όταν ήταν μικρό παιδί,που  τον νάρ­κω­ναν και του στά­λα­ζαν στις φλέ­βες φρού­δες ελπί­δες, όνειρα κι ατέ­λειωτο καρ­τέ­ρεμα, ήθελε να τους πυρ­πο­λή­σει. Ν’ ανά­ψει φως, να δει τους ανθρώ­πους, να βρει τον εαυτό του,να πανη­γυ­ρί­σει τη ζωή. Να λευ­τε­ρω­θεί από τούτα τα δεσμά να πετά­ξει χελι­δόνι στο βορεινό σημείο του ορί­ζο­ντα και να πάρει έστω  μία και μόνο ανάσα. Ίσα  ίσα να προ­λά­βει να πει „ζω”.

–Σας λυπά­μαι που μπή­γετε τα δάχτυλά σας στα μάτια μου. Σας λυπά­μαι που με μάθατε ν’ ακούω τους ίδιους ήχους, που με κάνατε όμοιό σας για να μην θέλω ν’ αλλάξω.Τούτο το σύστημα που με τραβά  από το γιακά για να χαθώ στην αλλο­πρό­σαλλη και υδρο­κέ­φαλη κοι­νω­νία που στή­σατε δεν το θέλω.Δεν θέλω να γίνω κίτρινο φύλλο στον ίσκιο της.

Οι μεγα­λο­στο­μίες και οι εκθειά­σεις των κίβδη­λων ιδεών και ιδα­νι­κών σας, είναι φτηνά και άναρ­θρα λόγια. Η απο­κά­λυψη της κενό­τη­τάς σας, σας φοβίζει.Δικαιολογείτε την παραί­τησή σας από την καθη­με­ρινή επα­νά­σταση με τον ανα­γκαίο συμ­βι­βα­σμό και δηλώ­νετε αδυ­να­μία. Είστε υπο­κρι­τές και σεμνό­τυ­φοι που φοβά­στε να δεί­ξετε τη γύμνια σας, γυμνούς έτσι καθώς σας έμα­θαν να βολεύ­ε­στε και να  πορεύεστε.Τρομάζετε στης ψυχής τα κρυ­φο­μι­λή­ματα, τα θάβετε με αλα­λαγ­μούς και συν­θή­ματα και τους συνο­δοι­πό­ρους σας τους φωτί­ζετε μπρο­στά­ρη­δες αρχη­γούς. Με ταπει­νώ­νετε όταν με μαθαί­νετε να σας μιμού­μαι, με σμπρώ­χνετε στο σκο­τάδι όταν μ ε ανα­γκά­ζετε ν’ ανάψω απ’ το δικό σας φως, μου στε­ρείτε το πάθος όταν μ’ εκπαι­δεύ­ετε πότε και πώς ν’ ανη­συχώ, με κατα­πιέ­ζετε και δεν μ’ αφή­νετε να δεχτώ την πρό­κληση της ζωής.Το ξέχειλο στα πεζο­δρό­μια άγχος σας με στραγγίζει,τα ανα­δυό­μενα απ’ τις τσέ­πες  ορά­ματά σας με αηδιάζουν.

Μισώ την επι­τη­δευ­μένη αναρ­ρί­χησή σας σε τάξεις, τίτλους και αξιώματα.

Μισώ τις ακρο­βα­σίες σας πάνω στο ψωμί των πει­να­σμέ­νων, μισώ το ρού­φηγμα του ιδρώτα από λιο­κα­μένα πρό­σωπα.
Αρνού­μαι τα στρόγ­γυλα τρα­πέ­ζια, που καλο­ταϊ­σμένα  στο­μά­χια κι αδειο­κού­δουνα κεφά­λια ξερ­νούν την πείνα των νηστι­κών, αρνού­μαι τις στη­μέ­νες επα­να­στά­σεις που καρ­φι­τσώ­νουν „σήμα κατα­τε­θέν” στην Παγκό­σμια Εμπο­ρική Τρά­πεζα της τύχης των λαών, αρνού­μαι την ειρήνη που προ­στα­τεύ­ουν στο στό­χα­στρο του τεντω­μέ­νου όπλου.

Αρνού­μαι τα σχο­λεία σας που με αφή­νουν άλαλο, με ποδη­γε­τούν και με κατευ­θύ­νουν δορυ­φόρο στον πλα­νήτη των συμ­φε­ρό­ντων σας , αρνού­μαι τις εκκλη­σίες σας που στο­μώ­νουν τη ψυχή μου και αδειά­ζουν το μυαλό μου, αρνού­μαι τα γρα­φεία που με συν­θλί­βουν , αρνού­μαι τα σχέ­δια και τις προ­τά­σεις που με απο­προ­σα­να­το­λί­ζουν και με καθηλώνουν.

Δικαιού­μαι ν’ αρνηθώ την προ­στα­σία και τη φιλία σας γιατί αμφι­σβητώ τις συνή­θειες και τις σχέ­σεις σας.

Δικαιού­μαι ν’ αρνηθώ την κοι­νω­νι­κό­τητά σας, γιατί αμφι­σβητώ τις προ­θέ­σεις σας .Δεν αμφι­βάλλω για το απο­τέ­λε­σμα της κοι­νω­νι­κής μου ένταξης.

Αυτός ο πέπλος θα είναι της ψυχής μου ο μαρασμός.

Η ανά­πηρη κοι­νω­νία σας δεν μ’ αρέ­σει και αρνού­μαι να γίνω δικός σας γιατί είμαι δικός μου.

Ένιωσε πως πια το αδη­φάγο εκείνο μάτι, στα­μά­τησε να τον βλέ­πει. Το κουρ­δι­σμένο λαρύγγι από­καμε να τον συμ­βου­λεύει και κείνο το δάχτυλο που σαν κάννη τον σημά­δευε δεν πρέ­πει να βρήκε το στόχο του κι αυτός γλί­στρησε έξω. Γύρισε και κοί­ταξε στη λάμπα. Η πετα­λούδα πεσμένη δίπλα του νεκρή. Δεν τρό­μαξε. Θα ήταν ιεροσυλία.Την πήρε στην παλάμη του και φτε­ρού­γισε  στο δικό του ανή­φορο. Γύρω από το φως. Οι κύκλοι στέ­νευαν. Ακου­μπούσε στο ζεστό γυαλί. Μαχό­ταν ν’ ανα­πνεύ­σει. Μαχό­ταν να δει. ‘Ηθελε ν’ αρνη­θεί, ν’ απαλ­λα­χτεί, για να νική­σει. Για να σωθεί.

–Δεν θέλω να μαραθώ σε τούτα τα μονο­πά­τια! Γιατί να πια­στώ σ’ αυτό το δίχτυ;

Σηκώ­θηκε και βγήκε στη βεράντα.Χάραζε.Ψιλόβρεχε μονό­τονα, λυπη­τερά κι οι στά­λες κρυ­φός καη­μός στην ψυχή του. Κρύο αγέρι έγλειψε το πρό­σωπό του κι ανέ­μισε τα μαλ­λιά του. Έβαλε το στή­θος του στα κάγκελα και κρέ­μασε το κεφάλι του στο κενό. Ρού­φηξε ακόμα μια φορά το τσι­γάρο κι ύστερα τ΄άφησε να πέσει. Είδε την πορεία του. Ακανόνιστη,τρελή, αθό­ρυβη. Κάτω από το λιγού­στρο που κρύωνε.

–Όπως το τσι­γάρο. Σε λιγό­τερο χρόνο. Μόνο που εμένα δεν θα με πατή­σουν. Θα με μαζέ­ψουν. Γύρω μου ίσως προ­λά­βουν οι περί­ερ­γοι να με απο­κα­λύ­ψουν. Θα γρά­ψουν και οι εφη­με­ρί­δες. Νεα­ρός αυτο­κτό­νησε. Ακί­νη­τος μέσα στο φέρε­τρο. Τα χέρια σταυ­ρω­μένα, κλει­στά τα μάτια και λου­λού­δια. Πολλά λου­λού­δια. Μια απ’ τις τρε­λές κι απί­θα­νες συνή­θειες να πάνε τα λου­λού­δια στους τάφους. Κλάμα, θρή­νος κι η μάνα μου να μαλλιοτραβιέται.Ύστερα χώμα, χώμα, χώμα. Πάει κι αυτός! Τι τα θες , αυτά έχει η ζωή! Ύστερα η λησμο­νιά. Η άρνηση. Θέλει δύναμη να μη θυμά­σαι. Η άρνηση της μνή­μης ! Θα προ­λάβω όμως ν’ αρνηθώ! Όχι δεν θα γράψω τίποτε. Εντε­λώς τίποτε.Για να δικαιο­λο­γη­θούμε κι εγώ κι αυτοί; Οι εξη­γή­σεις τον κάνουν μισό το θάνατο. Τη ζωή; Ποιος ξέρει. Δεν το βρήκα.  Δεν θα το μάθω. Όλα τίποτα.

Αφέ­θηκε και σωριά­στηκε στη γωνία.Ήρεμος, αποφασισμένος.Έχωσε το κεφάλι στα γόνατά του.Πιο πέρα από τούτο το κατώ­φλι δεν υπήρχε τίποτα. Αφου­γκρά­στηκε. Σαν να άκουσε γέλια στο βάθος. Μέσα από τα κάγκελα είδε την Ασκλη­πιού έρημη.Έκλεισε τα μάτια του να τη δει στο σού­ρουπο. Κι όταν ήρθαν  οι πρώ­τες μορφές-πράγμα παράξενο-γαλήνιες, πρό­σχα­ρες, κου­δού­νισε το τηλέ­φωνο. Δυο, τρεις, πολ­λές φορές,πότε παρα­κα­λε­στικά πότε  δια­τά­ζο­ντας. Ασυ­ναί­σθητα σηκώ­θηκε, προ­χώ­ρησε, έφτασε στην άκρη του δωματίου,γονάτισε και σήκωσε το ακου­στικό. Κανέ­νας δεν αλύ­χτισε, κανέ­νας δεν γκρί­νιαξε. Περί­μενε. Λίγες μόνο στιγ­μές ίσα ίσα να πιά­σει την αρχή.΄Ισα ν’ αρχί­σει η τελετή της λιτα­νείας.
Ν’ αφε­θεί στον πειρασμό.Και άκουσε!

–Νιώθω μόνη. Είμαι μόνη. Ένα ψυχρό αναί­σθητο δωμά­τιο όλος μου ο χώρος, όλη μου η ζωή. Πονώ. Θέλω να κλάψω και φοβά­μαι. Παλεύω για να κρατηθώ.Ψάχνω λίγο φως. Μια σχι­σμή. Θέλω ν’ ανα­πνεύσω και δεν μπορώ. Τούτο το ολο­νύ­κτιο πανη­γύρι με την απελ­πι­σία και τη μονα­ξιά με κατα­βρο­χθί­ζει και παρα­δί­νο­μαι γυμνή στην απέ­ρα­ντη ερη­μιά. Φοβά­μαι τους ανθρώ­πους. Τους μιλώ και δεν κατα­λα­βαί­νουν. Τους παρα­καλώ κι αυτοί με διώ­χνουν. Παρα­μιλώ κι αυτοί αδιαφορούν.Ψάχνω στον εαυτό μου.Τίποτα. Πώς κλεί­στηκα σ’ αυτή τη φυλακή; Ποιος μ’ έσμπρωξε; Πες μου, πες μου κάτι.

–Στα λασπω­μένα πεζού­λια μόνο νεκρά φύλλα πέφτουν. Ξέρεις εκεί­νος ο στρα­τιώ­της στη σκο­πιά του που δεν πρό­λαβε να γρά­ψει τίποτα, δεν μετάνιωσε.

–Δε θέλω τη νίκη.Τη φοβάμαι.Δε θέλω να κλείσω το χρόνο σε μια στιγμή. Δε θέλω όλη μου η ζωή
ν’ αστρά­ψει μόνο για μια στιγμή στα μάτια μου. Θέλω να νικηθώ. Να  μετα­νιώσω. Να προ­λάβω το φως.

–Το φως;

–Σε βλέπω κάθε βράδυ που το ψάχνεις. Το καρ­τε­ρείς.  Βοή­θησέ με.  Σε ποιο παρά­θυρο να σταθώ;

–Όλα είναι μάταια. Κυνη­γάμε χίμαι­ρες. Ο δικός μας κόσμος δεν έχει υφάδι εδώ. Προ­χτές έφτυσα δυνατά να σημα­δέψω έξω από τη γη. Μια τελευ­ταία προ­σπά­θεια. Δεν τα κατά­φερα. Παραιτούμαι.

–Τη νίκη σου την ξέρω.Την βλέπω και την ακούω από χίλιες γωνιές.  Μυστικό κάλε­σμα της ψυχής μου. Μου απλώ­νει τα χέρια να στή­σουμε το χορό του γάμου. Εδώ μέσα στην Ασκλη­πιού και πάνω από το κορμί μου ανθρώ­πινα κεφά­λια να μου φτιά­χνουν το νυφιά­τικο στε­φάνι. Κι ύστερα;

–Δε χωράει μοι­ρα­σιά στη νίκη. Δεν είναι λάφυρο. Είναι εντε­λώς δική σου και η απλη­στία τους δεν φτά­νει να την αλλά­ξει. Η Ασκλη­πιού, έτσι γυμνο­σά­λια­γκας που σέρνεται…

–Κατέβα και δώσε της πόδια, πρό­σωπο, πνοή. Τον τάφο μου δεν θα τον μοι­ρα­στώ. Τη ζωή μου θέλω να σκορ­πίσω. Να γεμίσω άδειες χού­φτες, να φυτέψω γέλια,  να δρο­σίσω καρ­διές. Για να πω πως πέθανα από ζωή. Η νύχτα μου βυζαί­νει το αίμα. Σκιά­χτρο και φάντα­σμα που με τρο­μά­ζει. Θέλω τη μέρα, τον ήλιο, τους ανθρώ­πους, τα σφιγ­μένα χέρια, τον έρωτα. Είμαι η πρό­κληση, ο ανοι­χτός τάφος, η νίκη, εσύ,  εγώ, όλος ο κόσμος,  ο χορός,  το τρα­γούδι, τα λουλούδια!

Στο  ακου­στικό συνε­χι­ζό­ταν  το σφύ­ριγμα της κλει­στής γραμ­μής όπως όταν το σήκωσε. Ανατρίχιασε.Όλη του η πεθυ­μιά, όλη του η λαχτάρα δεμένη κόμπο στο πρώτο και ύστερο φιλί. Το παρά­τησε και βγήκε τρέ­χο­ντας στη βερά­ντα. Ανά­μεσα απ’ τα σύν­νεφα, δυο μέτρα μπόι ο ήλιος κι όλο τεντω­νό­ταν, κι όλο σκαρ­φά­λωνε. Η Ασκλη­πιού λου­σμένη  στ’ αντι­φέγ­γι­σμα. Η ζωή γορ­γα­νά­σαινε. Πάλευε να κρα­τη­θεί. Μέχρι το σού­ρουπο. Μέχρι αύριο. Μέχρι…

Από μια σχι­σμή γλί­στρησε το γέλιο στην ψυχή του κι έτρεξε να δώσει ένα χέρι κι αυτός.

Creative Commons License
Στην Ασκλη­πιού by Γεώρ­γιος Αλε­ξαν­δρής is licensed under a Creative Commons Attribution 3.0 Unported License.
Based on a work at www.alexandris23.net.
Permissions beyond the scope of this license may be available at http://www.alexandris23.net.
Comment Feed

No Responses (yet)



Some HTML is OK

or, reply to this post via trackback.