Skip to content

Η ΛΕΜΟΝΙΑ

Λιμπί­στικα μια λεμο­νιά,
με άσπρα λου­λού­δια νυφικό
και δίφορα λεμό­νια.
Της έπιασα και τίναξα
τη λυγερή της μέση,
την αψηλή κορ­φάδα.
Γέμι­σαν άνθια οι αυλές,
με φύλλα τα μπαλ­κό­νια
και τα σοκά­κια τα στενά
με νιους ξεπε­τα­ρού­δια.
Πήραν το χρώμα οι γει­το­νιές
και τα παι­διά το μόσχο
κι εγώ την ομορ­φάδα της
και τη γλυ­κιά της χάρη.
Την είδα νύφη, μάγισσα,
στο φέγ­γι­σμα τ’ Απο­σπε­ρίτη,
νεράιδα στο σελη­νό­φωτο
και ξωτικό της νύχτας.
Την πρό­σμενα κόρη της αυγής
στο λάμπρι­σμα τ’ Αυγε­ρι­νού,
λιο­γέν­νητη μικρή θεά
στης κόκ­κι­νης ανα­το­λής το θάμα.
Ήλιος καλός ταξι­δευ­τής ‚
ζηλω­τής της γης και οδοι­πό­ρος,
του ουρα­νού αρμε­νι­στής
και στ’ απέ­ρα­ντο το γαλανό βαρ­κά­ρης,
στα κλώ­νια της τα λια­νό­βεργα
κρέ­μασε το φως του ξόμπλι,
στον ίσκιο της, περ­πα­τη­σιά
λίκνισε το αρμέ­νι­σμά του
και μένα μου ‘γνεψε με αντη­λιά
να τεντωθώ να φτάσω,
ψηλά τους αθώ­ρη­τους ανθούς,
τα ώριμα, τα δίφορα λεμόνια.

Creative Commons License
Αυτό­ματο προ­σχέ­διο by Γεώρ­γιος Αλε­ξαν­δρής is licensed under a Creative Commons Attribution 4.0 International License.
Based on a work at www.alexandris23.net.
Permissions beyond the scope of this license may be available at http://www.alexandris23.net.