Skip to content

Ο ΜΗΝΑΣ

 

Κατέ­βαι­νε στο κατα­γώ­γιο ο Μηνάς,
ακό­μη μια φορά μόνος,
φυγάς και στρα­το­κό­πος,
την ώρα που ένας απο­κα­μω­μέ­νος ήλιος
βλε­φά­ρι­ζε ξοπί­σω του από­σκια και σιω­πές.
Στε­νό το σοκά­κι κι αξό­μπλια­στο,
το παι­δο­μά­νι αργού­σε
κι η γει­το­νιά πίσω από τα παρά­θυ­ρα
με βλέμ­μα­τα πετριές σημά­δευε,
κορ­μί που γέμι­ζε την μπα­σιά,
ψυχή που δε κατα­δε­χό­ταν.

Σε μιαν από­με­ρη γωνιά ο Μηνάς,
πιο­τής κι αλαρ­γε­μέ­νος,
αγό­ρα­ζε τον ίσκιο του και τη μονα­ξιά του,
σύνα­ζε κρυ­φές στιγ­μές και μαρ­τυ­ρί­ες
και δίκα­ζε τις μέρες του και τις φυγές του.
Δίπλα του, ξέστρα­τα λόγια και καη­μοί,
ψυχές συφο­ρια­σμέ­νες,
ξεφλού­δι­ζαν τη μνή­μη τους,
τα στή­θια τους χαμη­λώ­ναν
κι απο­τι­μού­σαν τη ζωή νοσταλ­γι­κά
με αμαρ­τί­ες άσω­τες και πάθη αφο­ρε­σμέ­να.

Και στην επό­με­νη γου­λιά ο Μηνάς,
εξό­ρι­στος κι αγλύ­κα­ντος,
το νου του στέ­γνω­νε κι άφη­νε την ψυχή του,
να  ορκι­στεί  σε κρί­μα­τα και σε παρα­φο­ρές,
σε παρου­σί­ες ευει­δείς και εύνοιες ευλο­γία.
Και η μνή­μη εκεί, μικρό­ψυ­χα να επι­μέ­νει.
Απέ­να­ντι δεν έστε­κε αγγε­λό­μορ­φη Εκεί­νη,
τη σκά­λα δεν κατέ­βαι­νε νέος ευστα­λής,
νεύ­μα κρυ­φό κανέ­να, μει­δί­α­μα που­θε­νά.
Και όλο να  ανα­κα­λεί, και όλο να θυμά­ται
της ζωής του τα κενά και τις απου­σί­ες.

Creative Commons License
Ο ΜΗΝΑΣ by Γεώρ­γιος Αλε­ξαν­δρής is licensed under a Creative Commons Attribution 3.0 Unported License.
Based on a work at www.alexandris23.net.
Permissions beyond the scope of this license may be available at http://www.alexandris23.net.
Comment Feed

No Responses (yet)



Some HTML is OK

or, reply to this post via trackback.