Skip to content

ΟΜΟΛΟΓΙΑ

 

Μου ’λεγες για τις αλή­τισ­σες μέρες που έζη­σες,
για τις τσιγ­γά­νες νύχτες στις οποί­ες δρα­πέ­τευ­σες,
δεί­χνο­ντάς μου παλιές εφη­βι­κές φωτο­γρα­φί­ες.
Μου ιστο­ρού­σες για τα κρυ­φο­μι­λή­μα­τα της νύχτας,
τότε που τρα­βιό­σουν στις πιο από­με­ρες γωνιές του νου
και τον άφη­νες να σε ταξι­δεύ­ει ύπο­πτος κι ανυ­πά­κουος
πέρα απ’ το φόβο της βεβαιό­τη­τας και του κενού,
μόνη, ολο­κλη­ρω­μέ­νη με της γης τις αισθή­σεις.
Με οδή­γη­σες μπρο­στά στο κατώ­φλι της ψυχής σου
και μ’ άφη­σες στη μισά­νοι­χτη πόρ­τα να δια­κρί­νω
στις ανα­δυό­με­νες μνή­μες σου τις δικές μου προσ­δο­κί­ες.
Σου έπια­σα το χέρι να μεί­νει η πόρ­τα ανοι­χτή
κι απ’ το βάθος ένας μεθυ­σμέ­νος και βίαιος ήλιος
μας πυρ­πο­λού­σε ανε­λέ­η­τα και μας συνέ­τρι­βε.
Κοι­τα­χτή­κα­με ανυ­πό­κρι­τα στη γλύ­κα της αθω­ό­τη­τας
ζητώ­ντας δικαιο­σύ­νη και έλε­ος που είχα­με ανα­κα­λύ­ψει
τους εαυ­τούς μας, ο ένας στη σκέ­ψη του αλλου­νού.
Ευτυ­χή­σα­με. Μοιά­ζα­με κι οι δυο πυρ­πο­λη­μέ­νες πόλεις.
Έτρε­μες και βια­ζό­σουν να μοι­ρα­στείς
τον χρό­νο που έφευ­γε νερό απ’ τις ανοι­χτές σου χού­φτες,
να προ­λά­βεις να μου πεις πως ανα­κά­λυ­ψες ότι υπάρ­χεις
διά­τρη­τη μέσ’ από πρω­τό­γνω­ρες σκέ­ψεις και αισθή­μα­τα
και να παρα­δε­χθείς πως πρώ­τη φορά
αισθάν­θη­κες τόσο όμορ­φα έτσι ανυ­πε­ρά­σπι­στη.
Σπα­ραγ­μός και οδύ­νη οι ανα­μνή­σεις και οι προ­σμο­νές
τότε που άνοι­γα τα χέρια μου και μ’ ένα τρα­γού­δι
θαρ­ρού­σα πως αγκά­λια­ζα τη γη.
Τώρα  κομ­μά­τια ο πόθος στο γύρι­σμα της μέρας
και θρύ­ψα­λα η κρυ­φή γοη­τεία της νύχτας
καθώς έχα­σα την αρχή στο μικρό μου τ’ αλώ­νι
και τόλ­μη­σα στα τόσα σταυ­ρο­δρό­μια των ματιών σου
να πω με βεβαιό­τη­τα πως υπάρ­χω.
Μας πυρ­πο­λού­σε ένας μεθυ­σμέ­νος και βίαιος ήλιος
και μας σαϊ­τευε ένας κόκ­κι­νος μικρός θεός.
Oμο­λο­γή­σα­με ο καθέ­νας την παρου­σία του άλλου,
έγι­νε η στιγ­μή αιω­νιό­τη­τα κι ανά­γκη
κι αφή­σα­με το χθες μας στη συντρι­βή.
Πυρ­πο­λη­μέ­νες, δια­γου­μι­σμέ­νες πόλεις κι αγύρ­τισ­σες ψυχές
που γκρε­μί­ζουν για να κτί­σουν που πεθαί­νουν για να ανα­στη­θούν
θέλα­με να το πού­με δυνα­τά με μια κραυ­γή.
Το κρα­τή­σα­με όμως μόνο για μας. Το υπο­σχε­θή­κα­με.
Και το σφρα­γί­σα­με μ’ ένα φιλί. Το πρώ­το μας φιλί.

Creative Commons License
ΟΜΟΛΟΓΙΑ by Γεώρ­γιος Αλε­ξαν­δρής is licensed under a Creative Commons Attribution 3.0 Unported License.
Based on a work at www.alexandris23.net.
Permissions beyond the scope of this license may be available at http://www.alexandris23.net.
Comment Feed

No Responses (yet)



Some HTML is OK

or, reply to this post via trackback.